ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ:
ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΑΝΕΡΡΩΣΑΝ ΑΠΟ ΚΟΡΟΝΟΪΟ
Κάθε μέρα, σε ολόκληρο τον κόσμο, παρακολουθούμε μόνο αριθμούς. Αν αυξήθηκαν, αν μειώθηκαν, πού είναι μεγαλύτεροι οι αριθμοί και πού μικρότεροι. Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, έως τις 23 Απριλίου, στη Ρωσία 4.891 άτομα έχουν αναρρώσει από τον κορονοϊό COVID-19. Ποιοι είναι, όμως, όλοι αυτοί οι άνθρωποι πίσω από τους αριθμούς; Πώς κόλλησαν τον ιό; Πόσες μέρες νοσηλεύονταν; Τι σκέφτονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του νοσοκομείου ή φορώντας μάσκα οξυγόνου στην εντατική; Το Sputnik μίλησε με ανθρώπους οι οποίοι πήραν εξιτήρια από τα νοσοκομεία.
«Η μάσκα οξυγόνου πιέζει πολύ το πρόσωπο»
Μιλήσαμε με τον Αλεξάντερ Κουτούζοφ στις 16 Απριλίου. Μια μέρα μετά, πήρε εξιτήριο από το Ινστιτούτο Σκλιφοσόβσκι. Πέρασε 14 ημέρες στο νοσοκομείο, τις τρεις σε μονάδα εντατικής θεραπείας.
Αλεξάντερ Κουτούζοφ © Από το προσωπικό αρχείο του Αλεξάντερ Κουτούζοφ
Ο Αλεξάντερ μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια ασυνήθιστη περίπτωση κρούσματος κορονοϊού. Τους τελευταίους μήνες, δεν είχε επισκεφτεί κάποια χώρα του εξωτερικού, ούτε είχε επαφή με ανθρώπους που είχαν επισκεφτεί χώρες που είχαν πολλά κρούσματα. Δεν χρησιμοποιούσε τα μέσα μαζικής μεταφοράς και πάντα φορούσε μάσκα. «Ξέρετε δεν είμαι και πολύ κοινωνικός άνθρωπος. Δέχτηκα να δώσω τη συνέντευξη μόνο και μόνο για να μεταφέρω στους ανθρώπους ένα πολύ απλό μήνυμα. Πως κάποιος μπορεί να κολλήσει τον ιό οπουδήποτε, ακόμη και αν τηρεί όλα τα απαραίτητα μέτρα. Εγώ, εξαρχής, αντιμετώπισα το θέμα με σοβαρότητα. Αν δεν ήταν αναγκαίο, δεν έβγαινα από το σπίτι και πάντα τηρούσα την υποχρεωτική απόσταση από τους υπόλοιπους. Είχα πάντα αντισηπτικό μαζί μου, με το οποίο δεν έπλενα μόνο τα χέρια μου, αλλά και πράγματα που άγγιζα σε εξωτερικούς χώρους. Ακόμη και τις πόρτες προσπαθούσα να τις ανοίγω με το μανίκι μου, αν τυχόν ξεχνούσα τα γάντια μου. Παρόλα αυτά κόλλησα».
Ο Αλεξάντερ Κουτούζοφ κατά τις ημέρες νοσηλείας του στο νοσοκομείο © Από το προσωπικό αρχείο του Αλεξάντερ Κουτούζοφ
Το βράδυ της 29ης Μαρτίου, ο Αλεξάντερ άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Είχε πονοκέφαλο και πονούσε το σώμα του. «Κάλεσα ασθενοφόρο, όμως ήρθε την επόμενη μέρα, όταν τους κάλεσα πάλι γιατί ο πυρετός έφτασε 38,5».

Του πήραν δείγμα για το τεστ και του είπαν ότι τα αποτελέσματα θα είναι έτοιμα σε τρεις μέρες. Έπειτα του είπαν να περιμένει τηλεφώνημα και πως αν δεν τον καλούσε κανείς, τότε αυτό θα σήμαινε ότι ήταν μια απλή γρίπη. Στη συνέχεια, τον επισκέφτηκε μια γιατρός από μια κλινική, η οποία δεν ήταν σε καμία περίπτωση προετοιμασμένη για εξέταση κρούσματος κορονοϊού. Δεν φορούσε καν γάντια.

«Προς το τέλος, μου έδωσε ένα στυλό για να υπογράψω κάποια χαρτιά και, έπειτα, το έβαλε χωρίς να το απολυμάνει στην τσέπη της. Δεν θέλω ούτε να σκεφτώ, σε πόσους πιθανούς ασθενείς έδωσε αυτό το στυλό μετά από μένα».

Στις 3 Απριλίου, ο Αλεξάντερ αποφάσισε να ενημερώσει τους συγγενείς του. «Είπα σε όλους ότι φαίνεται πως δεν έχω κορονοϊό, αφού κανείς δεν επικοινώνησε μαζί μου. Μισή ώρα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό μου».
Οι γιατροί του ασθενοφόρου, που τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όλοι φορούσαν ειδικές στολές. Το γεγονός αυτό δεν τρόμαξε τους ενοίκους της πολυκατοικίας του. «Θυμάμαι πολύ καλά ένα ζευγάρι, που ήταν έξω με τα παιδιά τους. Η κοπέλα με ρώτησε αν ήμουν καλά και μόνο όταν άκουσε ότι έχω κορονοϊό πήρε τα παιδιά της και έφυγε».
«Στο νοσοκομείο εμφανίσατε νέα συμπτώματα;» ρωτήσαμε.

«Μόνο η όσφρησή μου χάθηκε. Επανήλθε σε κάποιο βαθμό, όταν μπήκα στην εντατική. Έχει τόσες μυρωδιές εκεί, που καλύτερα να μην έχεις όσφρηση», απάντησε.

Στο Ινστιτούτο Σκλιφοσόβσκι βρισκόταν σε έναν θάλαμο με τέσσερα ακόμη άτομα. Τρία από αυτά ήταν θετικά στον κορονοϊό και ένας είχε επιπλοκές από γρίπη. «Δεν φοβόταν να είναι στον ίδιο θάλαμο με εμάς, επειδή του εξήγησαν ότι η θεραπεία όλων μας είναι τόσο δυνατή που δεν υπάρχει περίπτωση να κολλήσει οτιδήποτε».
Ο θάλαμος του Αλεξάντερ Κουτούζοφ στο Ινστιτούτο Σκλιφοσόβσκι © Από το προσωπικό αρχείο του Αλεξάντερ Κουτούζοφ
Παρά τα αντιβιοτικά, τις πρώτες μέρες ο πυρετός έφτανε στο 40. «Στη συνέχεια άρχισε ο έντονος βήχας. Μετά από έξι μέρες με πήγαν στην εντατική, όπου οι γιατροί μπορούσαν πιο εύκολα να ελέγχουν την κατάστασή μου, επειδή οι εξετάσεις έδειχναν ότι το οξυγόνο στο αίμα είχε πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα».
Ο Αλεξάντερ Κουτούζοφ στη ΜΕΘ © Από το προσωπικό αρχείο του Αλεξάντερ Κουτούζοφ
Στη ΜΕΘ τού έβαλαν μάσκα οξυγόνου. «Όταν παίρνεις αναπνοή, σου παρέχει οξυγόνο με μεγαλύτερη πίεση. Με αυτόν τον τρόπο, βοηθάει τα αποδυναμωμένα πνευμόνια να λειτουργήσουν». Σύμφωνα με τον Αλεξάντερ, η μάσκα πιέζει πολύ το πρόσωπο.
«Είναι δύσκολο να την αντέξεις πάνω από δυο ώρες. Όταν την βγάζουν, αφήνει σημάδια».
Βήχει σχεδόν μετά από κάθε του πρόταση. Βέβαια, όπως λέει, μετά από μια πνευμονία είναι απολύτως φυσιολογικό. «Σε μερικές μέρες πρέπει να περάσει».

Τη δεύτερη μέρα στην εντατική, του πρότειναν να δοκιμάσει μια σύγχρονη μέθοδο θεραπείας, μετάγγισης πλάσματος από ασθενή με κορονοϊό που ανέρρωσε. «Να σου πω την αλήθεια, το σκεφτόμουν παρά πολύ, φοβόμουν τη μόλυνση. Τελικά, ο ίδιος ο διευθυντής του νοσοκομείου με συμβούλεψε να συμφωνήσω, λέγοντάς μου πως δεν θα μου πρότειναν κάτι άμα δεν ήταν καλό ή ασφαλές. Έτσι, τον άκουσα και συμφώνησα. Μιας και τον ανέφερα, ο διευθυντής, ο Σεργκέι Πέτρικοφ, επισκεπτόταν όλους τους ασθενείς στην εντατική, κάθε πρωί και απόγευμα.

Η διαδικασία μετάγγισης πλάσματος δεν διαφέρει πολύ από τον ορό. «Διακόσια χιλιοστόλιτρα σε δύο ώρες. Και το επόμενο πρωί ξύπνησα υγιής. Ο πυρετός υποχώρησε, η τομογραφία είχε καλή δυναμική. Μεταφέρθηκα σε κανονικό θάλαμο».

«Γιατί πρότειναν σε εσάς το πλάσμα αίματος;», ρωτήσαμε.

«Πιθανόν, από όλο τον θάλαμο εγώ βρισκόμουν σε πιο σοβαρή κατάσταση. Οι υπόλοιποι ασθενείς ήταν σε καλύτερη κατάσταση», είπε.

«Μπορείτε να βγαίνετε έξω;», ρωτήσαμε.

«Όχι, πρέπει να μείνω σε καραντίνα για δύο εβδομάδες», απάντησε.
Ο Αλεξάντερ Κουτούζοφ με τους γιατρούς του © Από το προσωπικό αρχείο του Αλεξάντερ Κουτούζοφ
«Σας είπαν κάτι για την πιθανότητα να ξανακολλήσετε τον ιό;», ρωτήσαμε.

«Όπως μου είπαν, δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις. Δηλαδή, προφανώς, θα έχω κάποια ανοσία ενάντια του COVID-19. Μόλις περάσουν οι 14 μέρες της καραντίνας, θα ήθελα να δωρίσω το πλάσμα μου», ανέφερε.
«Το τι βιώνουν οι άνθρωποι, που περνούν την πιο σοβαρή μορφή πνευμονίας, μου είναι τρομακτικό και μόνο να το σκέφτομαι»
Σχεδόν όλη η οικογένεια της Βικτώρια Μπαγκάεβα νόσησε: ο γιος της, η κόρη της, η ίδια. Ανάλογα με την ηλικία τους, περάσαν την ασθένεια με διαφορετικούς τρόπους.
«Ο πρώτος που ένιωσε αδιαθεσία ήταν ο 25χρονος γιος μου, Νικήτα, στις 18 Μαρτίου. Πονούσε ο λαιμός του, βούλωσε η μύτη του. Έχασε την όσφρηση και δεν είχε γεύση. Το βράδυ ανέβασε πυρετό. Τη δεύτερη μέρα, καλέσαμε ασθενοφόρο, και τον μετέφεραν σε νοσοκομείο». Η 18χρονη κόρη της πέρασε την ασθένεια σε πιο ήπια μορφή. Είχε μόνο μια μέρα πυρετό. Η ίδια η Βικτώρια είχε πυρετό για 13 ημέρες. «Μπορώ να πω ότι δεν είχα βιώσει ποτέ μου κάτι παρόμοιο. Εκτός από τον πυρετό, είχα και συμπτώματα δηλητηρίασης. Ένιωθα αδυναμία, πονοκέφαλο, με πονούσαν πολύ ακόμη και τα μάτια μου».
Βικτώρια Μπαγκάεβα © Από το προσωπικό αρχείο της Βικτώριας Μπαγκάεβα
Την 13η ημέρα νόμιζε ότι ένιωθε καλύτερα. Όμως, τη νύχτα ο πυρετός ανέβηκε ξανά απότομα και άρχισε η δύσπνοια.
«Είμαι χορεύτρια, συνηθίζω να κάνω επίπονες προπονήσεις. Δεν μου είχε συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Προσπαθούσα να πάρω εισπνοή, αλλά δεν μπορούσα. Κάλεσα ασθενοφόρο και με μετέφεραν στο 67ο νοσοκομείο της Μόσχας. Μετά τις εξετάσεις, μου είπαν ότι παρά το γεγονός ότι έχω πνευμονία, την ξεπερνάω αρκετά ήπια. Το τι βιώνουν οι άνθρωποι, που περνούν την πιο σοβαρή μορφή πνευμονίας, μου είναι τρομακτικό και μόνο να το σκέφτομαι».
Η Βικτώρια Μπαγκάεβα στο νοσοκομείο © Από το προσωπικό αρχείο της Βικτώρια Μπαγκάεβα
Στο νοσοκομείο, λαμβάνοντας αρκετά αντιβιοτικά, η κατάσταση καλυτέρεψε μέσα σε λίγες ημέρες.

«Πώς ήταν όταν σας επισκεπτόταν οι γιατροί με ειδικές στολές; Αισθανόσασταν άγχος;», ρωτήσαμε.

«Για να είμαι ειλικρινής, στο νοσοκομείο, αντίθετα, ηρέμησα. Ένιωθα ασφαλής εκεί. Στο σπίτι ήταν πραγματικά τρομακτικό», απάντησε.
Ο γιος της Βικτώρια Μπαγκάεβα έγινε δότης πλάσματος για να βοηθήσει άλλους ασθενείς © Από το προσωπικό αρχείο της Βικτώρια Μπαγκάεβα
Η Βικτώρια πιστεύει ότι οι γιατροί είναι πραγματικοί ήρωες. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μπόρεσε να εκτιμήσει πόσο δύσκολο είναι να εργάζονται επί ώρες με τις προστατευτικές στολές. «Όταν με πήγαν να κάνω τομογραφία, μου έδωσαν ρόμπα, καπέλο, μάσκα και καλύμματα παπουτσιών. Φορώντας αυτή τη "στολή", περπάτησα μερικές δεκάδες μέτρα και μου φάνηκε δύσκολο να αναπνεύσω. Το προσωπικό εργάζεται με ειδικές στολές επί 12 ώρες. Ο επικεφαλής γιατρός του νοσοκομείου δεν πηγαίνει καθόλου σπίτι, μένει στο νοσοκομείο. Οι νοσοκόμες ξεκινούν να βάζουν ορούς στις πέντε το πρωί και τελειώνουν τουλάχιστον στη μια τη νύχτα».

Η Βικτώρια ανέφερε επίσης ότι έβλεπε πως κάποιοι πολύ βαριά ασθενείς ανέρρωναν. Έτσι, στον ίδιο θάλαμο μαζί της βρισκόταν μια 70χρονη γυναίκα. Η κατάστασή της ήταν πολύ σοβαρή, δεν μπήκε, όμως, στην εντατική. Τα κατάφεραν μόνο με ορούς. Είδε και άλλη μια ασθενή με διαβήτη και 100 κιλά βάρος σε πολύ σοβαρή κατάσταση. Δέκα μέρες αργότερα, έκαναν μαζί την τομογραφία και η γυναίκα βρισκόταν ήδη σε πολύ καλύτερη κατάσταση.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, κανένας από το προσωπικό του νοσοκομείου δεν μπήκε στο θάλαμο της χωρίς στολή. Ακόμη και όταν έπαιρνε εξιτήριο, η Βικτώρια δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του γιατρού της.
Γιατρός του 67ου νοσοκομείου στο οποίο νοσηλευόταν η Βικτώρια Μπαγκάεβα © Από το προσωπικό αρχείο της Βικτώρια Μπαγκάεβα
«Μου έδωσαν ρούχα τα οποία πρώτα πέρασαν από την απολύμανση. Έπρεπε, όμως, να φορέσω και μια προστατευτική στολή, όταν έφυγα από το δωμάτιο. Σε ένα άλλο ειδικό δωμάτιο, που προοριζόταν μόνο για ασθενείς, την έβγαλα και έπλυνα τα χέρια μου με αντισηπτικό. Στη συνέχεια, μου έδωσαν μια μάσκα και πήγα στο σπίτι με το αυτοκίνητο των συγγενών μου. Με είχαν προειδοποιήσει ότι, όσοι παίρνουν εξιτήριο, πηγαίνουν στα σπίτια τους, είτε με ασθενοφόρο, είτε με τους συγγενείς τους. Ποτέ με ταξί!». Η Βικτώρια βρίσκεται σήμερα στο σπίτι της σε καραντίνα για δύο εβδομάδες. Οι φωτογραφίες της προστέθηκαν στη βάση δεδομένων. Η αστυνομία της κάνει έλεγχο.
Βικτώρια Μπαγκάεβα © Από το προσωπικό αρχείο της Βικτώρια Μπαγκάεβα
«Οι γείτονες, όταν έμαθαν ότι τα μέλη της οικογένειάς σας ήταν άρρωστοι, δεν άρχισαν να σας αποφεύγουν;», ρωτήσαμε.

«Για να είμαι ειλικρινής, υπήρξαν μερικά δυσάρεστα περιστατικά. Μένουμε σε ένα μικρό συγκρότημα, το οποίο έχει περίφραξη. Όταν τελείωσε η περίοδος της καραντίνας και τα παιδιά μου βγήκαν έξω για να αγοράσουν φαγητό, κάποιος από τους γείτονες κάλεσε αμέσως την αστυνομία. Οι άνθρωποι σε αυτή τη δύσκολη περίοδο συμπεριφέρονται διαφορετικά. Κάποιοι μας προσφέρουν βοήθεια, κάποιοι άλλοι μας αποφεύγουν. Δεν μπορώ να κατηγορήσω κάποιον, είναι λογικό να φοβούνται».
«Είμαι σήμερα πλέον ακίνδυνη»
Η αισθητικός Αναστασία Σάχοβα αρρώστησε μετά από το ταξίδι της στο Κουρσεβέλ. «Στις 8 Μαρτίου, βρέθηκα με τους φίλους μου σε ένα χιονοδρομικό κέντρο. Στις 9 Μαρτίου το πρωί, όλοι μας είχαμε συμπτώματα κρυολογήματος. Σκεφτήκαμε, όμως, ότι κρυώσαμε τη νύχτα, επειδή κάποιος ξέχασε να κλείσει το παράθυρο».
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η παρέα επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο. Τότε, δεν υπήρχαν ακόμη κάποια ειδικά μέτρα, ούτε στη Γαλλία, ούτε στη Ρωσία. Κατά την άφιξή τους, δεν τους έκαναν θερμομέτρηση. Στο σπίτι, η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα ξύπνησε με έναν τρομερό πόνο στους μυς και υψηλό πυρετό.
«Τηλεφώνησα στη φίλη μου που ήταν μαζί μου στη Γαλλία. Μου είπε ότι ένα κορίτσι από την παρέα μας νοσηλεύεται με λοίμωξη, με υποψίες για κορονοϊό. Φοβήθηκα και κάλεσα ασθενοφόρο».
Πολλοί φίλοι από την παρέα βρέθηκαν θετικοί στον κορονοϊό © Από το προσωπικό αρχείο της Αναστασία Σάχοβα
Η Αναστασία Σάχοβα ήταν μια από τους πρώτους ασθενείς. Τότε, υπήρχαν ακόμη πολλά κενά κρεβάτια στα νοσοκομεία και μπήκε στο ειδικό νοσοκομείο Κομμουνάρκα, χωρίς να έχει πνευμονία.

«Αρχικά, ήμουν σε έναν μεγάλο θάλαμο με πέντε άτομα ακόμη. Όλοι έβηχαν, φτερνίζονταν και κοιτούσαν με υποψίες ο ένας τον άλλον. Ο καθένας πίστευε ότι δεν είχε κορονοϊό, αλλά αμφέβαλε για τους υπόλοιπους».

Η Αναστασία δεν είχε μάθει τα αποτελέσματα των εξετάσεών της για κάποιες μέρες. Ένα βράδυ, οι επιδημιολόγοι μπήκαν στον θάλαμό της, για να τη ρωτήσουν με ποιους πήγε στο Κουρσεβέλ, και αν έχει τον αριθμό του οδηγού ταξί που την πήγε στο σπίτι. Τότε κατάλαβε τα πάντα.

«Αρχικά φοβήθηκα. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ένιωθα ήδη αρκετά καλά. Είχα μόνο λίγο βήχα. Με ενοχλούσε μόνο η απώλεια όσφρησης. Ακόμα και σήμερα, μετά από ένα μήνα δεν μπορώ να μυρίσω τίποτα».

Η Αναστασία ήταν μια από τους λίγους της παρέας που νοσηλεύτηκε. Οι υπόλοιποι είχαν καλέσει τους γιατρούς στο σπίτι και τα τεστ ήταν αρνητικά. «Μια φίλη μου διαγνώστηκε με πνευμονία και COVID-19 την 16η ημέρα. Μένει στον τρίτο όροφο. Μια μέρα ανέβηκε τις σκάλες και συνειδητοποίησε ότι δυσκολευόταν και είχε δύσπνοια. Πήγε στον γιατρό και ζήτησε παραπεμπτικό για να κάνει τομογραφία. Η τομογραφία έδειξε ότι είχε πνευμονία. Το τεστ για τον κορονοϊό στο νοσοκομείο βγήκε θετικό. Η Αναστασία πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο μετά από 16 ημέρες».

Η Αναστασία Σάχοβα στο νοσοκομείο © Από το προσωπικό αρχείο της Αναστασία Σάχοβα
Έχει περάσει πάνω από ένας μήνας από την μέρα που αρρώστησε, αλλά, ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να έχει δυσκολία στην αναπνοή. «Σύμφωνα με την τελευταία τομογραφία, όλα είναι καλά. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω ότι αναπνέω όπως πριν. Υπάρχουν ακόμη δυσκολίες. Με διαβεβαιώνουν ότι αυτό θα περάσει».

«Δεν σας είπαν στο νοσοκομείο αν θα μπορούσατε να μολυνθείτε ξανά;», ρωτήσαμε.

«Όχι, δεν ανέφεραν κάτι παρόμοιο στο νοσοκομείο Κομμουνάρκα. Τις προάλλες, μου τηλεφώνησαν από το Ινστιτούτο Σκλιφασόβσκι και ρώτησαν αν θέλω να κάνω εξετάσεις για αντισώματα. Σκέφτομαι να γίνω δότης πλάσματος».
«Σπάνια βγαίνω έξω. Χωρίς μάσκα. Δεν έχει νόημα. Αφού υπάρχουν αντισώματα, είναι δύσκολο να αρρωστήσω. Για τους γνωστούς μου, είμαι σήμερα πλέον ακίνδυνη...»
Made on
Tilda